Φαίνεται πως ο αρχαίος εκείνος Ζευς, ο Δωδωναίος, ο Πελασγικός στα μέρη μας, ο τραχύς, ο ασυγκράτητος, φαίνεται, λοιπόν, πως κάποτε κυνηγούσε - κατά το συνήθειό του- κάποια βοσκοπούλα, ωραία μεν, σεμνή δε και τιμία, ως ηπειρώτισσα. Κι εκείνη, ελαφροπατώντας, σβέλτη λαφίνα, πάνω στους κοφτερούς απόκρημνους βράχους, απέφυγε - καλώς ή κακώς - τον θεϊκό εναγκαλισμό.
Και οργισμένος και χολωμένος, ο ασυνήθιστος σε τέτοια, ''νεφεληγηρέτα'', δεν εσταμάτησε από τότε να εξαπολύει εναντίον της Ηπείρου, πότε βροχές και καταιγίδες, πότε χιόνια και παγετούς, και συχνά να μουλιάζει τις λαγκαδιές και τις κοιλάδες κάτω από πέπλα ομίχλης πυκνής, και να κρατάει ''ξεχασμένα'' στις κορυφές τα μολυβένια σύννεφα. (Λες και δε θέλει πια να βλέπει την Ήπειρο). Και ενώ εκείνος, αλλάζοντας επίθετα κατεβαίνει στα Νότια, σε ηλιόλουστους και πιοχλοερούς λειμώνες, ψηλά, στα δυσχείμερα της Δωδώνης, όπως κι αργότερα στα Γιάννενα ακόμα βρέχει!
Κι οι καταιγίδες γίνονται χείμαρροι και ξεπλένουν - αιώνες τώρα - το χώμα το λιγοστό απ' τις βουνοπλαγιές, και μένουν γυμνοί στον καυτερό ήλιο βράχοι σκληροί, γρανιτένιοι, όπου τροχάει τα νύχια του, του Δία ο αετός και του Κρυστάλλη - αργότερα -, ο Σταυραετός
Kαι τ' αγναντεύουμε τ' άγρια τα βουνά με αγάπη μυστική, οι Hπειρώτες, δίπλα και γύρω στην ιερή, την πανάρχαια Δωδώνη, το θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο της αρχαίας Ηπείρου, αλλά και την αρχαιότερη εστία όλου του Ελληνισμού κατά τον Αριστοτέλη, στη χώρα των Σελλών ή των Ελλών, τη μακρινή κοιτίδα των πρώτων Ελλήνων. Aυτή την αλλιώτικη γωνιά, τον τόπο που όσοι τον έζησαν, τον αγάπησαν σίγουρα. Tην "Ελβετία της Ελλάδος". Που είναι -σίγουρα- κάτι πιο πάνω, κάτι πιο πέρα.
Δεν είναι όψη η Ήπειρος, δεν είναι γνώση. Είναι περιπέτεια αισθήσεων και αισθημάτων. Είναι συγκίνηση και ρίγος, είναι λαχτάρα και πόνος. Είναι δέος και ίλιγγος στο χείλος του θεού. Είναι μέθη, είναι έρωτας. Είναι όλα.
Από τα ψυχρά απόκρημνα της Πίνδου και του Σουλίου, ως τη θηλυκή νωχέλεια των χειμαδιών δίπλα στη θάλασσα, είναι η Ήπειρος πρόσωπο ζωντανό που πάλλεται και αναπνέει, με τις κορφές και τους κόρφους της. Είναι το τρέμουλο και ο παλμός ο ζωντανός που γεννούν τα αντίθετα, στο ταιριασμένο συναπάντημά τους. Είναι η μεγάλη Συμφωνία κοφτερών Αντιθέσεων, είναι Λειτουργία ιερή των ζωντανών χρωμάτων, στις τέλειες γραμμές και τα σχήματα μετσοβίτικου υφαντού.